Σε έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine, οι ερευνητές του University of Surrey υπογραμμίζουν πώς ο ιός της ευλογιάς των πιθήκων (Mpox) – που μεταδίδεται κυρίως από άγρια ζώα – παρουσιάζει τώρα σαφή σημάδια διαρκούς μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Πρόκειται για μια ιογενή λοίμωξη που προκαλείται από έναν ιό που ανήκει στην ίδια οικογένεια με την ευλογιά. Στα συμπτώματα που προκαλεί περιλαμβάνονται επώδυνο εξάνθημα, πυρετός, πρήξιμο στους αδένες ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε πιο σοβαρή ασθένεια.

Τι αναφέρει η νέα έρευνα για την νόσο Mpox

«Τα πιο πρόσφατα κρούσματα δείχνουν ότι η στενή επαφή είναι πλέον ένας σημαντικός τρόπος εξάπλωσης του ιού. Αυτή η αλλαγή στον τρόπο μετάδοσής του οδηγεί σε μεγαλύτερες αλυσίδες μετάδοσης και επιδημίες που διαρκούν» αναφέρουν οι ερευνητές.

Όπως εξηγούν, η αλλαγή αυτή συνέπεσε με την ταχεία εξάπλωση των ιών mpox της κλάσης IIb (μια κλάση είναι μια ομάδα ιών που μοιράζονται έναν κοινό πρόγονο), ενώ και διαφορετικές παραλλαγές της κλάσης I βρίσκονται τώρα σε έξαρση.

Οι ερευνητές ανησυχούν επίσης επειδή οι ιοί της κλάσης Ι θεωρείται ότι είναι πιο επιθετικοί.

Αυτοί οι ιοί φαίνεται να συσσωρεύουν συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις -που καθοδηγούνται από ένζυμα του ανθρώπινου σώματος – οι οποίες μπορεί να αλλάζουν τις ιδιότητες του ιού, οπότε όσο περισσότερο κυκλοφορούν αυτοί οι ιοί ανάμεσά μας, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες αυτές οι μεταλλάξεις να βοηθήσουν τον ιό της ευλογιάς των πιθήκων (mpox) να προσαρμοστεί στον άνθρωπο.

Κάποτε ο ιός της ευλογιάς των πιθήκων εμφανιζόταν κυρίως στην Κεντρική Αφρική, προκάλεσε όμως επιδημία το 2022 και τώρα προκαλεί επιδημίες σε πολλές υποσαχάριες χώρες, αναφέρουν οι ερευνητές.

Αν και επί του παρόντος επηρεάζει περισσότερο τους ενήλικες, οι ερευνητές τονίζουν ότι έχει τη δυνατότητα να εξαπλωθεί και σε άλλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, μιας ομάδας που διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής ασθένειας – αν και δεν έχει αναφερθεί ακόμη διαρκής μετάδοση σε παιδιά.

«Ο έλεγχος της ευλογιάς των πιθήκων πρέπει να ανέβει στην παγκόσμια ατζέντα για την υγεία. Διαθέτουμε περιορισμένα διαγνωστικά εργαλεία και ακόμη λιγότερες αντιιικές θεραπείες, για αυτό πρέπει να δράσουμε. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε από μελλοντικές επιδημίες» καταλήγουν οι ίδιοι.